Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Ένα τραγούδι για φεστιβάλ...

Θα μπορούσα να πω ότι με μερικά τραγούδια που ακούω τον τελευταίο καιρό, πραγματικά μου σηκώνεται κατακόρυφα και έτσι μεγαλόπρεπα ορθή στέκει, η κάθε τρίχα που έχω πάνω μου. Ναι, ναι! Μη γελάτε! Τι περιμένατε να ακούσετε; Ο,τιδήποτε άλλο καταρακώνεται και έχει τη τάση να φθείνει σε σημείο εξαφάνησης. Και φυσικά περί του ηθικού μου ο λόγος! Το διευκρινίζω γιατί πάλι γελάκια ακούω.
Τέλος πάντων, για να μην λέω πολλά και για να αφήσω την "τέχνη" μου να μιλήσει, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα τραγουδάκι μου, το οποίο εμπνεύστηκα από το διαιτολόγιο της Ευσταθίας, τον παλιό σκύλο του Νίκου Καρβέλα, τον νέο σκύλο του Αλέξανδρου Γούδα, τις ενδυματολογικές ανησυχίες του Φοίβου, το σταύρωμα της 7εκατομύρια 300 χιλιάδες ευρώ και από την πίπα της Ειρήνης.......εεεε, με συγχωρείτε, του Μιχάλη Εμιρλή εννοούσα. Τέλος εμπνεύστηκα πολύ και τον ευχαριστώ για αυτό από τον χασάπη της γειτονιάς. Αν το κρέας δεν ήταν ληγμένο, δε θα πέρναγα τόση ώρα στην τουαλέτα για να ολοκληρώσω το μεγαλούργημα αυτό, ούτε το άλλο που ταυτόχρονα κατέθετα! Thanx Μήτσο.
ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΑ, ΟΝΟΜΑΤΑ Ή ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ!!! Όχι τίποτα άλλο, μην αποκτήσω καμιά ομοιότητα με τον Τζιμάκο και με κυνηγάει κανένας άλλος Νταλάρας. Είναι και πολλοί βλέπετε!!!! Πληροφοριακά δεν έχω περιουσιακά στοιχεία και δυστυχώς ούτε δουλειά!

Και το κομμάτι με τίτλο "Ο Μπουτς" αρχίζει. Είναι hardcore χασάπικο σε λα δίεση με ρεφραίν σε trance ζεϊμπέκικο και bridge σε στυλ προεκλογικής εκστρατείας με σιγόντο απελπισίας. Για δεδομένη επιτυχία θέλησα να το τραγουδήσει το διάσημο νεανικό κουαρτέτο Κώστας, Ντίνος, Μήτσος και Τάκης αλλά λόγω υποχρεώσεων σε ποικίλες κομπίνες αυτό δε κατέστη δυνατόν.

Γλυκέ μου Μπούτς, το καφέ το τρίχωμά σου,
μου έχει λείψει 'δω και κάμποσο καιρό.
Κοιτώ το μπολ, πού 'βαζα τα κοκκαλά σου
και το ψημένο δίχως λιπαρά ζαμπόν.

Ούτε η πίπα που η Ειρήνη μου 'χε πάρει,
πέρσι για δώρο στη δική μου τη γιορτή,
κι αν τη γεμίζω με καπνό που με μεθάει,
η θύμησή σου, δε μπορεί να ξεχαστεί.

Α ρε Μπουτς, κι αν είσαι πούστ, (*)
καθόλου δε πειράζει.
Οι τρελλίτσες μας κι οι αγκαλίτσες μας,
το μόνο που με νοιάζει.

Θυμάμαι νύχτες που κρυώναμε κι οι δύο,
και ζεσταινόμασταν χορεύοντας ταγκό.
Καλέ μου φίλε, πώς μου είπες το αντίο;
Ποιό μίσος είχες, μες στην σκέψη σου κρυφό;

Μήπως για τότε, που το Gucci δε σου πήρα,
γιατί μου έπεφτε στη τσέπη ακριβό.
Ή μήπως που στους Μασάι δε σε πήγα,
γιατί φοβόμουν μη τη πέσεις στον αρχηγό.

Α ρε Μπουτς, κι αν είσαι πούστ, (*)
καθόλου δε πειράζει.
Οι τρελλίτσες μας κι οι αγκαλίτσες μας,
το μόνο που με νοιάζει.

Μα βρήκα λύση που νομίζω θα σ' αρέσει,
artist να γίνω, έστω κι αν δε μπορώ.
Ύστερα μύνηση σε όποιον δε μ' αρέσει,
να ένας τρόπος να ρέει το ρευστό.

Και στο απόγειο της δόξας της μεγάλης,
σε ένα θρόνο, Μπουτς, εσύ και γώ,
θα κοροϊδεύω το λαό της βιοπάλης,
πάνω σε ψήφους θα ζητώ να σταυρωθώ.

Α ρε Μπουτς, κι αν είσαι πούστ, (*)
καθόλου δε πειράζει.
Οι τρελλίτσες μας κι οι αγκαλίτσες μας,
το μόνο που με νοιάζει.


(*) Πούστ: καμία σχέση με το κοσμιτικό νεοελληνικό επίθετο. Είναι λόγια λέξη, από το χωριό Άνω προς τα δεξιά Κιπιστράκι και σημαίνει τραμπαλοκουνιστός. (Όχι τίποτα άλλο, αλλά έχουμε και ένα επίπεδο)

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας! John The Tall


Να και ο Μπουτς!